Κατά την Κατοχή και την Αντίσταση, οι γυναίκες στάθηκαν στην πρώτη γραμμή της επιβίωσης, της αλληλεγγύης και της ελευθερίας. Ως μητέρες, εργάτριες και αγωνίστριες, κράτησαν όρθιο τον λαό και μετέτρεψαν τη φροντίδα και την καθημερινότητά τους σε πράξη ηρωισμού.
Εισαγωγή
Η δεκαετία του 1940 υπήρξε για την ελληνική κοινωνία πολυσήμαντη, αλλά και πολυτραυματική. Η Κατοχή, η Αντίσταση και ο Εμφύλιος άφησαν ανεξίτηλο αποτύπωμα στις μνήμες των ανθρώπων που τα βιώσαν. Στην καρδιά αυτής της περιόδου, οι γυναίκες αναδείχθηκαν κεντρικές μορφές του κοινωνικού βίου, της φροντίδας, αλλά και του αγώνα για επιβίωση και ελευθερία. Ξεπέρασαν τους μέχρι τότε περιορισμούς που τις ήθελαν μακριά από τον δημόσιο χώρο και, αφιερωμένες στα του οίκου, δόθηκαν με μαχητικότητα στους νέους τους ρόλους.
Η Κατοχή ως βιωμένη εμπειρία
Η γερμανική Κατοχή (1941-1944) έπληξε τη χώρα μας με κάθε τρόπο. Πείνα, φτώχεια, θάνατος, διάλυση των θεσμών και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η καθημερινότητα μεταβλήθηκε σε ένα κυνήγι επιβίωσης. Ελλείψεις σε τρόφιμα, επιτάξεις, οικονομική εξαθλίωση, αποτέλεσαν την αιτία να γίνει η γυναίκα βασικό στήριγμα της οικογένειας. Η μητρότητα και η ευθύνη για τη διατροφή και τη φροντίδα των παιδιών έγιναν πράξεις αντίστασης από μόνες τους.
Οι μανάδες αναγκάστηκαν να εφεύρουν τρόπους να θρέψουν τα παιδιά τους, τους ηλικιωμένους και να οργανώσουν δίκτυα αλληλεγγύης. Ανέλαβαν πρωτοβουλίες έξω από το σπίτι και κράτησαν ζωντανές τις οικογένειες και τις κοινότητες με τον προσωπικό τους αγώνα. Μέσα στην ακραία συνθήκη της επιβίωσης η φροντίδα έγινε πολιτική πράξη, η μητρότητα αντίσταση και η καθημερινότητα χώρος ιστορικής δράσης.
Η Κατοχή ανέτρεψε κάθε έννοια κανονικότητας. Το αστικό δίκτυο διανομής τροφίμων κατέρρευσε, τα χωριά λεηλατήθηκαν από επιτάξεις και στρατεύματα, η παραγωγή σταμάτησε. Οι μαρτυρίες των γυναικών αποτυπώνουν τη διάλυση του κοινωνικού ιστού:
«Πούλησα το ποδήλατο των παιδιών μια χρυσή λίρα και πήγα στο Ασύρματο ν’ αγοράσω όσπρια. Θάθελα πολύ να βρω και λίγο λάδι και κανένα αυγό. Κάτι βρώμικοι, αξύριστοι άνθρωποι βγάζουν τα χέρια από την τσέπη και μου δείχνουν, μυστικά, σα ζάρια, μέσα στα φοβερά τους, δείγματα από φασόλια και ρεβίθια. Φορτώθηκα δύο οκάδες φασόλια και δύο οκάδες φάβα και γύρισα σπίτι.»
«Τι θα τις κάνωμε τις μητέρες; Τις βλέπω κάθε μέρα και απελπίζομαι. Είναι τόσες οι ανάγκες τους και ό,τι προσφέρουμε είναι ελάχιστο. Σήμερα πάλι ήρθαν όλες στην οδό Βύρωνος» .
Η πείνα δεν είναι μόνο μια σωματική δοκιμασία, αλλά και ψυχικό τραύμα. Οι γυναίκες, επιφορτισμένες με την ευθύνη της τροφής και της φροντίδας βιώσαν την πείνα ως ματαίωση του ρόλου τους, αλλά και ως πρόκληση για να ανοίξουν νέους δρόμους επιβίωσης. Με την επιμονή και την ευρηματικότητά τους επέδειξαν μία νέα μορφή αντίστασης εφάμιλλη αυτής του πεδίου μάχης. Ακόμη και η περίφημη σούπα του Ερυθρού Σταυρού έγινε από μια πράξη φιλανθρωπίας πεδίο κοινωνικότητας, όπου η μία γνωριζόταν με την άλλη δημιουργώντας σχέσεις αλληλεγγύης.
Μάζευαν τρόφιμα από τα χωριά και τα έφερναν κρυφά στην πόλη, έστηναν καζάνια και μαγείρευαν ομαδικά, άλλες φρόντισαν ορφανά ή άρρωστα, έθαβαν νεκρούς και περιμάζευαν ηλικιωμένους. Στα χωριά, κουβαλούσαν νερό, όργωναν χωράφια, κρατούσαν ζωντανά, κάνοντας το σώμα από στολίδι εργαλείο επιβίωσης. Αυτή η καθημερινή διαχείριση της ζωής και του θανάτου έκαναν την κάθε γυναίκα μάνα παιδιών και μεγάλων.
Η Κατοχή για τις γυναίκες δεν ήταν μόνο μια ιστορία πόνου. Ήταν μια πρόκληση να βρουν ποιες είναι, να δουν τα όρια και τις αντοχές τους, να περάσουν από το σκοτάδι στο φως, από τη σιωπή στην παρουσία. Και μάλλον πρόσφεραν την πιο ουσιαστική μορφή αντίστασης, να κρατήσουν τη ζωή όρθια, τη στιγμή που ο κόσμος, όπως τον γνώριζαν, κατέρρευσε.
Οι γυναίκες της Αντίστασης
Τη λέξη Αντίσταση δεν θα τη βρούμε στο καθημερινό λεξιλόγιο των ανθρώπων πριν από την Κατοχή. Ήταν μια έννοια που ανήκε κυρίως στους πολιτικούς, στους στρατιώτες, στους ήρωες των βιβλίων. Όμως, ανάμεσα στα χρόνια 1941 και 1945, η λέξη αυτή έγινε κοινό κτήμα, ανδρικό και γυναικείο. Έγινε βίωμα, συνήθεια, τρόπος ζωής. Οι γυναίκες, περισσότερο ίσως από οποιονδήποτε άλλο, την έκαναν καθημερινή πράξη, άλλοτε σιωπηλά κι άλλοτε θαρραλέα.
Για τις περισσότερες, η Αντίσταση δεν ξεκίνησε με συνθήματα ή οργανώσεις. Ξεκίνησε μέσα στο σπίτι, στην αυλή, στην κουζίνα, εκεί όπου το «νοικοκυριό» μετατράπηκε σιγά σιγά σε κέντρο αγώνα. Από τη στιγμή που έπρεπε να κρύψουν έναν διωκόμενο, να φυγαδεύσουν έναν Άγγλο στρατιώτη, να μαγειρέψουν για τους αντάρτες που κατέβαιναν πεινασμένοι από τα βουνά, η καθημερινότητα απέκτησε άλλο νόημα. Η πράξη της φροντίδας έγινε πράξη αντίστασης.
Μια γυναίκα εκφράζει τόσο απλά και τόσο ουσιαστικά το χρέος για ελευθερία:
«Εμένα με απασχολούσε η Φιλική Εταιρεία. Διδαγμένη απ’ το σχολείο για τους αγώνες που είχαν κάνει οι πρόγονοί μας σκεφτόμουνα ότι και στις καινούργιες συνθήκες έπρεπε κάποιοι μεγάλοι να δημιουργήσουν μια νέα Φιλική Εταιρεία και εμείς οι νέοι να μπούμε μαζί με όλους τους άλλους να παλέψουμε για την απελευθέρωση.»
Είναι εντυπωσιακό, γιατί γυναίκες που δεν ήξεραν ότι κάνουν πολιτική, έδρασαν με ένστικτο ευθύνης και ανθρωπιάς. Η Αντίσταση για εκείνες ήταν απάντηση στην καθημερινή φρίκη, μια εσωτερική ανάγκη να μην υποκύψουν, αλλά να σηκώσουν το δικό τους μεγαλειώδες ανάστημα.
Σιγά σιγά, από αυτήν την αυθόρμητη αλληλεγγύη γεννήθηκε και η συνειδητή δράση. Οι οργανώσεις της Αντίστασης, το ΕΑΜ, η ΕΠΟΝ, η Εθνική Αλληλεγγύη, άνοιξαν τις πόρτες τους στις γυναίκες, όχι μόνο ως βοηθητικά μέλη, αλλά και με σοβαρούς ρόλους. Νεαρές κοπέλες έγιναν αγγελιοφόροι και σύνδεσμοι, μετέφεραν σημειώματα κάτω από τα ρούχα, μέσα σε φραντζόλες ψωμιού ή μέσα στα ρούχα τους. Άλλες κουβαλούσαν όπλα ή φυλλάδια, άλλες δούλευαν στα παράνομα τυπογραφεία, άλλες συγκέντρωναν πληροφορίες.
Η δράση τους, όπως δείχνουν τα στοιχεία, είχε μαζικό χαρακτήρα, ιδίως στην επαρχία. Στα χωριά της Ηπείρου, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, οι γυναίκες αποτελούσαν την ψυχή της οργάνωσης: ενημέρωναν τους αντάρτες για τις κινήσεις των στρατευμάτων, έραβαν στολές, έστηναν πρόχειρα νοσοκομεία. Δεν υπήρχε χωριό χωρίς τη «μάνα της Αντίστασης», χωρίς εκείνη που έδινε το παράδειγμα της ψυχραιμίας, της υπομονής, της αντοχής.
Ας θυμηθούμε μερικές συγκλονιστικές περιπτώσεις τέτοιων γυναικών
Λέλα Καραγιάννη: η μητέρα και η πατρίδα έγινε ένα
Η πιο γνωστή μορφή, ίσως, του γυναικείου ηρωισμού στην Κατοχή ήταν η Λέλα Καραγιάννη. Μάνα επτά παιδιών, σύζυγος φαρμακοποιού, ζούσε μια βολεμένη αστική ζωή στην Αθήνα μέχρι που η γερμανική εισβολή την ώθησε να οργανώσει ένα παράνομο δίκτυο πληροφοριών και διαφυγών. Το σπίτι της, στην οδό Μπουμπουλίνας 3, έγινε καταφύγιο για Άγγλους και Έλληνες φυγάδες, κέντρο συντονισμού για τον ΕΔΕΣ και αργότερα για την οργάνωση «Μπουμπουλίνα», που πήρε το όνομά της από τους αγώνες του ’21.
Η Καραγιάννη δεν πολέμησε με όπλο, αλλά αυτό δεν της στέρησε τη δόξα. Κρατούσε σημειώσεις για κινήσεις στρατευμάτων, οργάνωνε αποστολές όπλων και έγραφε ψεύτικα έγγραφα με μια τέχνη που μπέρδευε ακόμη και τους Γερμανούς αξιωματικούς. Όταν συνελήφθη το 1944, υπέστη φρικτά βασανιστήρια στη Γκεστάπο μπροστά στα μάτια των παιδιών της, αλλά δεν λύγισε ποτέ. Μα δεν σταμάτησαν εκεί οι βασανιστές. Της έκαναν θέαμα τον βασανισμό του γιου της Βύρωνα. Μα η Λέλα Καραγιάννη πάλι δεν μίλησε. Πώς να προδώσει τη μητρότητα που δεν περιείχε μόνο τα βιολογικά της παιδιά;
Εκτελέστηκε στο Άλσος Δαφνίου στις 8 Σεπτεμβρίου 1944. Κι εκεί, λίγες στιγμές πριν το σώμα της το κατατρυπήσουν οι σφαίρες φώναξε «Ψηλά παιδιά τα κεφάλια, να δουν οι Ούνοι πώς πεθαίνουν οι Έλληνες για την πατρίδα τους». Οι γυναίκες που έζησαν μαζί της στα κρατητήρια την αποκαλούσαν «Μάνα της Αντίστασης». Κι αυτό το προσωνύμιο έμεινε, γιατί η Καραγιάννη συμβολίζει εκείνη τη στιγμή όπου η μητρότητα γίνεται πατρίδα, κι η πατρίδα παίρνει τη μορφή μιας μάνας.
Ηλέκτρα Αποστόλου: το πρόσωπο της αλύγιστης πίστης
Αν η Καραγιάννη αντιπροσωπεύει τη μητρική αγάπη που γίνεται θυσία, η Ηλέκτρα Αποστόλου είναι το σύμβολο της πολιτικής πίστης και της ιδεολογικής αφοσίωσης. Από τα εφηβικά της χρόνια ενταγμένη στο εργατικό κίνημα και στο ΚΚΕ, η Ηλέκτρα υπήρξε ακούραστη οργανώτρια, καθοδηγήτρια γυναικών και νεολαίας. Παντρεύτηκε τον γιατρό Γιάννη Σιδερίδη που πέθανε από πείνα στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης στην Κατούνα.
Συνελήφθη τον Ιούλιο του 1944 από την Ειδική Ασφάλεια. Οι καταθέσεις των συγκρατούμενων της είναι σπαρακτικές: βασανίστηκε επί ώρες, αλλά αρνήθηκε να αποκαλύψει ονόματα συναγωνιστών. Η μανία των δημίων, Έλληνες δωσίλογοι, όμως δεν εξαντλήθηκε στον εν ζωή βασανισμό της, αλλά ρίχτηκαν με βουλιμία στη σκύλευση του σώματός της. Κι όταν απόκαμαν, το πέταξαν στους δρόμους της Αθήνας σημαδεμένο. Όμως η μνήμη της έγινε θρύλος. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Αποστόλου έγινε εμβληματική μορφή της Αριστεράς, πρότυπο ηθικής καθαρότητας και αυταπάρνησης.
Η ιστορία της, αντιπαρατιθέμενη στη «δεξιά» ηρωίδα Λέλα Καραγιάννη, φανερώνει πώς η πολιτική διαίρεση του Εμφυλίου επηρέασε τη μνήμη των γυναικών της Αντίστασης. Κι όμως, πέρα από ιδεολογίες, οι δύο γυναίκες μοιάζουν βαθιά. Και οι δύο στάθηκαν αγέρωχα απέναντι στον φόβο, και οι δύο έκαναν την πίστη τους στην πατρίδα ή στην ιδέα, τρόπο ύπαρξης.
Μαρία Δημάδη: η κατάσκοπος του Αγρινίου
Η Μαρία Δημάδη, η ηρωίδα του Αγρινίου, υπήρξε μια από τις πιο θρυλικές μορφές της Εθνικής Αντίστασης κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Γεννήθηκε το 1907 σε εύπορη και μορφωμένη οικογένεια. Ο πατέρας της, Κώστας Δημάδης, ήταν γυναικολόγος με σπουδές στο Παρίσι, ενώ η μητέρα της καταγόταν από την επιφανή οικογένεια καπνεμπόρων Παναγοπούλου. Από νωρίς διακρίθηκε για την πνευματική της καλλιέργεια, τη γνώση ξένων γλωσσών, την αγάπη της για τη μουσική και τη ζωγραφική, αλλά και για τα λογοτεχνικά της ενδιαφέροντα, με δημοσιεύσεις της στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων».
Με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την κατοχή της Ελλάδας, η Μαρία προσέφερε εθελοντικά τις υπηρεσίες της ως νοσοκόμα, ενώ συμμετείχε σε ομάδες γυναικών που έπλεκαν ρούχα για τους στρατιώτες. Σύντομα όμως, η αφοσίωσή της στην πατρίδα την οδήγησε σε πιο επικίνδυνες αποστολές. Εντάχθηκε στο ΕΑΜ και συμμετείχε ενεργά στην πρώτη συνδιάσκεψη του κινήματος στο Αγρίνιο, που πραγματοποιήθηκε στο εξοχικό της σπίτι στον Πλάτανο.
Το 1942 προσλήφθηκε ως διερμηνέας στο γερμανικό φρουραρχείο της πόλης. Η θέση αυτή της έδωσε την ευκαιρία να συλλέγει πολύτιμες πληροφορίες για τις κινήσεις των κατακτητών, τις οποίες μετέφερε στους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Η δράση της ήταν καθοριστική, καθώς συνέβαλε σε νίκες όπως η φονική ενέδρα στην αυτοκινητοπομπή των Γερμανών στη Μυρτιά. Χρησιμοποιούσε έξυπνα τεχνάσματα, όπως τη μέθοδο με το καρμπόν, για να αντιγράφει μυστικά έγγραφα και να τα στέλνει στους συντρόφους της.
Η Μαρία, όμως, υπέστη προδοσία από κάποιον που γνώριζε τις κινήσεις της και της είχε εμπιστευθεί τα μυστικά της. Αυτή η προδοσία οδήγησε στη σύλληψή της από τα Τάγματα Ασφαλείας στις 31 Αυγούστου 1944 και στην εκτέλεσή της μπροστά από τις φυλακές της Αγίας Τριάδας στο Αγρίνιο. Ο ΕΛΑΣίτης Δ. Μπαλωμένος αναφέρει στο βιβλίο-ημερολόγιό του ότι «ο Τολιόπουλος με τον Αρσένη εκτελούν την ηρωίδα Μαρία Δημάδη έξω από τις φυλακές στην Αγία Τριάδα. Ο λόγος ήταν να μην αποκαλυφθούν τα αμαρτήματα των Ταγματασφαλιτών για όλες τις εκτελέσεις». Είναι γεγονός ότι η Δημάδη, ως μεταφράστρια της Κομαντατούρ, γνώριζε πολλά για τη δράση των «τσολιάδων». Οι Ταγματασφαλίτες, βλέποντας το ενδεχόμενο παράδοσης της πόλης, αποφάσισαν ότι η ασφάλειά τους δεν θα ήταν εξασφαλισμένη όσο εκείνη ζούσε.
Ο ταγματάρχης Τολιόπουλος, διοικητής των Ταγμάτων Ασφαλείας στο Αγρίνιο, ήταν γνωστός για τη σαδιστική του φύση και προτιμούσε ο ίδιος να βασανίζει τα θύματά του. Ωστόσο, για να καλύψει τα ίχνη της δράσης του και να εξασφαλίσει την επιτυχία της εκτέλεσης, ανέθεσε την αποστολή σε πρωτοκλασάτους και φανατικούς συνεργάτες του. Με αυτόν τον τρόπο, ήταν σίγουρος ότι η Μαρία Δημάδη δεν θα γλίτωνε .
Ηρώ Κωνσταντοπούλου: το γυμνασιοκόριτσο της Αντίστασης
Η Ηρώ Κωνσταντοπούλου ήταν μόλις 17 ετών, όταν η ζωή της έγινε σύμβολο αντίστασης. Μαθήτρια του Αρσακείου, με καρδιά γεμάτη θάρρος και γεμάτη αγάπη, εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ και ανέπτυξε σημαντική δράση. Κάτω από τη σχολική της ποδιά έκρυβε όπλα και προκηρύξεις, έγραφε συνθήματα στους τοίχους της Αθήνας και κολλούσε αφίσες, προκαλώντας τους κατακτητές.
Στις 16 Ιουλίου 1944, την ημέρα των γενεθλίων της, συνελήφθη από τα Τάγματα Ασφαλείας στο σπίτι της οικογένειας στο Κουκάκι και υπέστη φρικτά βασανιστήρια. Οι γονείς της κατάφεραν να την απελευθερώσουν, και η Ηρώ, αν και καταπονημένη, συνέχισε αμέσως τη δράση της. Η αφοσίωσή της στον αγώνα δεν γνώριζε ανάπαυλα.
Μόλις λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 31 Ιουλίου 1944, συνελήφθη ξανά από τα Ες-Ες μετά από σαμποτάζ σε τρένο που μετέφερε πυρομαχικά. Μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου, όπου υπέστη φρικτά βασανιστήρια επί τρεις εβδομάδες. Εκεί γνώρισε τη Λέλα Καραγιάννη, η οποία για την Ηρώ έγινε η δεύτερη μητέρα. Η Λέλα της έδινε κουράγιο, την κρατούσε στην αγκαλιά της τις νύχτες, προσφέροντάς της στοργή και δύναμη μέσα στη φρίκη της φυλακής.
Στις 5 Σεπτεμβρίου 1944, 37 ημέρες πριν την απελευθέρωση της Αθήνας, η Ηρώ εκτελέστηκε στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής μαζί με 49 ακόμα αγωνιστές. Οι Ναζί, με σαδιστική ψυχρότητα, τη γάζωσαν με 17 σφαίρες, μία για κάθε χρόνο της ζωής της «προς παραδειγματισμό». Λίγο πριν την εκτέλεση, φώναξε με όλη της τη δύναμη: «Χτυπάτε! Κτήνη!», ένα ύστατο αντίδοτο στην απανθρωπιά και τον σαδισμό της εξουσίας.
Η ζωή και η θυσία της Ηρώς Κωνσταντοπούλου παραμένουν ζωντανές στη συλλογική μνήμη της χώρας. Μέσα από τις οδούς που φέρουν το όνομά της και το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, η γενναιότητά της φωτίζει πώς η νεότητα, η αφοσίωση και η ανθρώπινη στοργή μπορούν να γίνουν όπλο απέναντι στη βία και την τυραννία .
Επίλογος
Ο πόλεμος δεν είναι αντρική υπόθεση ούτε διεξάγεται πάντοτε με όπλα. Η γυναικεία μορφή υπάρχει και είναι έντονη, ακόμη και εάν αποσιωπάται. Τη βρίσκουμε στα καθημερινά, αλλά απαραίτητα, στην προστασία από την πείνα, στην παρηγοριά, στη φροντίδα των αρρώστων, στην απόδοση τιμής των πεθαμένων, αλλά και στο πεδίο της δράσης, όπως φάνηκε από τα παραδείγματα των σπουδαίων αυτών γυναικών. Γιατί η γυναικεία φύση είναι συνυφασμένη με τη μητρότητα, μια μητρότητα που χωρά στην αγκαλιά της όλη την πατρίδα και της δίνει στοργή και θάρρος, ακόμη και το ίδιο της το αίμα, όταν αυτή είναι σε ανάγκη. Η μητρότητα, εξάλλου, δεν είναι η γέννα, είναι η αόρατη κλωστή που ενώνει κοινότητες, διατηρεί μνήμες και καθοδηγεί την κοινωνία στις πιο σκοτεινές της μέρες.
Πηγή Φωτογραφίας: https://www.taathinaika.gr/i-fanella-tou-stratiotou/

