Λεωφόρος Α. Παπάγου 21, Ζωγράφου +30 6947864702 Αυτή η διεύθυνση Email προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. Δευ - Παρ: 11:00 - 13:00

Μία ανάγνωση της μελέτης του Mark Regnerus “How different are the adult children of parents who have same-sex relationships?

Ο θεσμός της οικογένειας βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο έντονων κοινωνικών και νομικών συζητήσεων, ιδιαίτερα όταν γίνεται λόγος για εναλλακτικές μορφές γονεϊκότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, η μελέτη του κοινωνιολόγου Mark Regnerus (2012) ξεχώρισε γιατί προσπάθησε, με μεγάλο και αντιπροσωπευτικό δείγμα, να εξετάσει αν τα παιδιά γονέων που είχαν ομόφυλες σχέσεις παρουσιάζουν διαφορές σε σχέση με παιδιά που μεγάλωσαν σε αδιάσπαστες οικογένειες βιολογικών, έγγαμων, ετερόφυλων γονέων. Τα ευρήματά της προκάλεσαν έντονο διάλογο, όχι μόνο για τα ίδια τα αποτελέσματα, αλλά και για το πώς πρέπει να γίνεται η έρευνα σε τόσο ευαίσθητα κοινωνικά θέματα.

 

Η μελέτη του κοινωνιολόγου Mark Regnerus, με τίτλο “How different are the adult children of parents who have same-sex relationships? Findings from the New Family Structures Study¨ δημοσιεύτηκε το 2012 στο περιοδικό Social Science Research και αποτέλεσε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ερευνητικά εγχειρήματα των τελευταίων δεκαετιών στο πεδίο της κοινωνιολογίας της οικογένειας . Το έργο του Regnerus επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα αν τα παιδιά που μεγάλωσαν με γονείς οι οποίοι είχαν κάποια στιγμή στη ζωή τους ομόφυλη σχέση παρουσιάζουν διαφορετικές αναπτυξιακές, κοινωνικές ή ψυχολογικές συνέπειες από τα παιδιά που ανατράφηκαν σε αδιάσπαστες οικογένειες βιολογικών, έγγαμων, ετερόφυλων γονέων.

Το ερευνητικό πλαίσιο της μελέτης αναπτύχθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η Αμερικανική Ψυχολογική Ένωση (APA) είχε διατυπώσει από το 2005 την κατηγορηματική θέση ότι «καμία μελέτη δεν έχει εντοπίσει παιδιά ομόφυλων γονέων να υστερούν σημαντικά σε σχέση με τα παιδιά ετερόφυλων γονέων». Η διατύπωση αυτή είχε χρησιμοποιηθεί εκτενώς στον δημόσιο λόγο ως επιστημονική τεκμηρίωση υπέρ της αναγνώρισης του γάμου μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου. Ο Regnerus, ωστόσο, αμφισβήτησε τη γενικευτική αυτή θέση, υποστηρίζοντας ότι οι περισσότερες έρευνες που υποστήριζαν αυτή τη θέση χρησιμοποίησαν πολύ μικρά και μη αντιπροσωπευτικά δείγματα, τα οποία δεν επέτρεπαν ασφαλή στατιστικά συμπεράσματα για τον γενικό πληθυσμό. Οι προηγούμενες μελέτες, όπως τόνισε, βασίζονταν κυρίως σε λεγόμενα convenience samples – δηλαδή σε δείγματα που προέρχονταν από εθελοντές ή κύκλους γνωριμιών και όχι από τυχαία επιλογή. Αυτό σημαίνει ότι οι συμμετέχοντες συχνά δεν αντιπροσώπευαν τον μέσο όρο των οικογενειών με ομόφυλους γονείς, αλλά μια επιλεγμένη κοινωνική ή (και) μορφωτική ελίτ.

Για να ξεπεράσει τους περιορισμούς αυτούς, ο Regnerus σχεδίασε τη λεγόμενη New Family Structures Study (NFSS), μια μεγάλη, εθνικά αντιπροσωπευτική έρευνα που στηρίχθηκε σε τυχαίο δείγμα 2.998 ενηλίκων ηλικίας 18-39 ετών. Από αυτό το δείγμα, 175 άτομα ανέφεραν ότι η μητέρα τους είχε κάποια στιγμή στη ζωή της ομόφυλη σχέση, ενώ 73 δήλωσαν ότι το ίδιο ίσχυε για τον πατέρα τους. Τα δεδομένα τους συγκρίθηκαν με εκείνα ατόμων που είχαν μεγαλώσει με τους δύο βιολογικούς, έγγαμους γονείς τους σε αδιάσπαστες οικογένειες. Η στατιστική ανάλυση περιλάμβανε σαράντα διαφορετικούς δείκτες, μεταξύ αυτών το μορφωτικό επίπεδο, την ψυχική υγεία, την εργασιακή κατάσταση, τη χρήση ουσιών, τη λήψη κοινωνικών επιδομάτων και την εμπλοκή με τον νόμο. Παράλληλα, ελήφθησαν υπόψη μεταβλητές ελέγχου όπως η φυλή, το εισόδημα, το μορφωτικό επίπεδο των γονέων και η γεωγραφική περιοχή.

Τα αποτελέσματα της έρευνας υπήρξαν ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα και προκάλεσαν έντονο επιστημονικό διάλογο. Ο Regnerus διαπίστωσε ότι οι ενήλικες, των οποίων ένας γονέας τουλάχιστον είχε κάποτε ομόφυλη σχέση, εμφάνιζαν, κατά μέσο όρο, σημαντικά περισσότερες αρνητικές συνέπειες σε σύγκριση με όσους μεγάλωσαν με τους δύο βιολογικούς και έγγαμους γονείς τους. Συγκεκριμένα, παρουσίαζαν χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, υψηλότερα ποσοστά κατάθλιψης, αυξημένη πιθανότητα ανεργίας ή λήψης κοινωνικών επιδομάτων, μεγαλύτερα ποσοστά καπνίσματος, χρήσης ουσιών και εμπλοκής με τη δικαιοσύνη. Μετά τον στατιστικό έλεγχο των επιπρόσθετων παραγόντων, προέκυψε ότι τα παιδιά μητέρων με ομόφυλη σχέση διέφεραν σημαντικά από εκείνα των αδιάσπαστων οικογενειών σε 24 από τους 40 δείκτες, ενώ τα παιδιά πατέρων με ομόφυλη σχέση σε 19 δείκτες.

Ο Regnerus υπογράμμισε ότι τα ευρήματα της μελέτης του καταδεικνύουν συσχέτιση μεταξύ τύπου οικογενειακής δομής και αρνητικών συνεπειών. Δεν ισχυρίστηκε ότι οι ομόφυλες σχέσεις των γονέων προκαλούν τα προβλήματα που εντοπίστηκαν, αλλά ότι η υπόθεση της πλήρους ισοδυναμίας των οικογενειακών δομών δεν υποστηρίζεται από επαρκή εμπειρικά δεδομένα. Η μελέτη, επομένως, αμφισβητεί την εγκυρότητα του κυρίαρχου «no difference claim» και επισημαίνει την ανάγκη για πιο εκτεταμένες, μακροχρόνιες και αντιπροσωπευτικές έρευνες.

Η δημοσίευση του άρθρου προκάλεσε εξαιρετικά έντονες αντιδράσεις. Ο Regnerus βρέθηκε στο επίκεντρο πολιτικών και ιδεολογικών επιθέσεων, κατηγορούμενος για «αντι-ομοφυλοφιλική προκατάληψη» και για μεθοδολογικές σκοπιμότητες. Κάποιοι επικριτές χαρακτήρισαν το έργο του «επικίνδυνη προπαγάνδα» και «επιστημονικά ανεύθυνο», ενώ υποβλήθηκαν ακόμα και επίσημες καταγγελίες στο Πανεπιστήμιο του Τέξας για «επιστημονική ανεντιμότητα» — κατηγορίες που απορρίφθηκαν έπειτα από εσωτερικό έλεγχο, ο οποίος διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε καμία παραβίαση των ερευνητικών διαδικασιών. Ομοίως, το περιοδικό Social Science Research και ο εκδότης του δέχτηκαν παρόμοιες επιθέσεις, χωρίς όμως να κατατεθούν αποδείξεις για έλλειψη επιστημονικού ελέγχου. Μάλιστα, τρεις ανεξάρτητες αξιολογήσεις που δημοσιεύθηκαν στο ίδιο τεύχος του περιοδικού αναγνώρισαν ότι, παρά τους περιορισμούς της, η μελέτη αποτελεί σημαντική συμβολή στην κατανόηση των επιπτώσεων των εναλλακτικών οικογενειακών δομών.

Η σημασία της έρευνας του Regnerus δεν έγκειται στην υποστήριξη ή την απόρριψη του γάμου μεταξύ ομόφυλων ατόμων, αλλά στο ότι ανέδειξε με αυστηρά εμπειρικούς όρους τα όρια της υπάρχουσας βιβλιογραφίας και την ανάγκη για επιστημονική εντιμότητα στον δημόσιο διάλογο. Η μελέτη δείχνει ότι τα διαθέσιμα κοινωνιολογικά δεδομένα δεν επαρκούν για να στηρίξουν γενικές πολιτικές θέσεις περί «μη διαφορών» και ότι οι κοινωνικές επιστήμες οφείλουν να παραμένουν ανεξάρτητες από ιδεολογικές πιέσεις και πολιτικές σκοπιμότητες. Η συμβολή του Regnerus, επομένως, είναι πρωτίστως μεθοδολογική και επιστημολογική. Επιμένει ότι κάθε πολιτική συζήτηση γύρω από τον θεσμό του γάμου και την ανατροφή των παιδιών πρέπει να βασίζεται σε δεδομένα αντιπροσωπευτικά, αξιόπιστα και επιστημονικώς ελεγμένα.

Η New Family Structures Study υπενθυμίζει ότι οι κοινωνικές μεταβολές απαιτούν συνεχή ερευνητική παρακολούθηση και κριτική αναστοχαστικότητα. Η συμβολή της έγκειται στην επισήμανση ότι οι μορφές της οικογένειας, όπως εξελίσσονται μέσα σε ένα μεταβαλλόμενο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με πολιτικά συνθήματα ή με ιδεολογική βεβαιότητα, αλλά μόνο με επιστημονική προσοχή, διαφάνεια και σεβασμό στα εμπειρικά δεδομένα.

Αλεξία Τάντση's Avatar

Αλεξία Τάντση

Εγγραφή στο newsletter μας

Ακολουθήστε μας:

Μαμάδες για την Ελλάδα

Μαζί δίνουμε φωνή, δύναμη και ελπίδα.

Για μια Ελλάδα που θα μεγαλώνει τα παιδιά μας με αξίες, σεβασμό και φως.

Στοιχεία επικοινωνίας

Λεωφόρος Α. Παπάγου 21, Ζωγράφου,

+30 6947864702

momsforgreece@gmail.com

Για εμάς

Φίλια ιστολόγια

Alt Text

Το «Μαμάδες για την Ελλάδα» είναι ένα καινούργιο σωματείο που στηρίζει τις γυναίκες-μητέρες στις δυσοίωνες και προκλητικές εποχές που διάγουμε. Γεννήθηκε από την ανάγκη της μάνας, της κάθε μάνας, να σταθεί όρθια σε έναν κόσμο που αλλάζει, να κρατήσει αναμμένη τη φλόγα του ελληνικού ήθους και να θυμίσει πώς η ρίζα κάθε έθνους εκκινά από την πρώτη αγκαλιά νιώθεις.